Σαν διαβείς τη γέφυρα του Σοβέτο –

14.84

Έφτασαν στο Hoog Catarijne. Ήταν το εμπορικό κέντρο της πόλης και ξεχείλιζε από κίνηση. Όλα τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Οι βιτρίνες ήταν κατάφωτες αυτή την ώρα του μεγάλου συνωστισμού. Σταμάτησαν μπροστά σε μια καντίνα όπου πουλούσαν χάμπουργκερ και πατάτες τηγανητές. Η Μαρίζα ψαχούλεψε στην τσάντα της. Ανακάλυψε δυο δολάρια, λαθραία νομίσματα, παράνομα, που τα είχε ανταλλάξει με φόβο και τρόμο, ενώ η καρδιά της πήγαινε να σπάσει στο στήθος, από κάποιους ξένους τουρίστες, προτού φύγει από τη Ρουμανία. Είπε του νεαρού στην καντίνα ότι δεν έχει ολλανδικά νομίσματα. Το αγόρι τις κοίταξε καλά-καλά. Δεν έμοιαζαν ζητιάνες. Τον έκαναν ωστόσο να νιώθει άβολα. Πήγε να ρωτήσει το αφεντικό του. Ένας σκουρόχρωμος άντρας, μάλλον από το Σουρινάμ, τις πλησίασε. Ήταν ο καταστηματάρχης.
“Από πού είστε;”
“Από τη Ρουμανία”.
Της επέστρεψε τα δύο δολάρια και τους έδωσε μια μερίδα τηγανητές πατάτες.
Το παιδί δεν είχε φάει από το πρωί. […]
Ο Σουριναμέζος δεν τις άφηνε από τα μάτια του. Τις παρακολουθούσε σκεφτικός με μια θλίψη να του σκεπάζει το βλέμμα.
“Εδώ, πίσω από το εμπορικό αυτό κέντρο”, τους είπε όταν το παιδί πέταξε το σακουλάκι σ’ ένα καλάθι, “είναι ένα μοναστήρι. Δοκιμάστε την τύχη σας εκεί. Είναι πολύ κοντά. Αμέσως μετά, αφού διαβείτε τη γέφυρα του Σοβέτο”.

Κωδικός προϊόντος: 978-960-208-941-5  Κατηγορία:
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει μια καλύτερη εμπειρία περιήγησης. Με την περιήγηση σε αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies από εμάς.